Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Αντίο Honorine...


Η εννιάχρονη Honorine ακουμπάει τη σκελεθρωμένη πλάτη της στον πλίνθινο τοίχο του σπιτιού της και τα τσιμπλιασμένα καφετιά μάτια της βουρκώνουν. 

Θα 'ναι ο καυτός τυραννικός αφρικάνικος ήλιος σκέφτομαι για μια στιγμή. Μα σε λίγο το αθώο παιδικό της βλέμμα τρυπά την ψυχή μου. Πηγαίνω δίπλα της και στρέφει το πρόσωπο κάτω. Γονατίζω ευλαβικά. Η καρδιά της ανεβάζει από τα βαθύτερά της έγκατα ένα ποταμό δάκρυα!

Την τραβώ πάνω μου και τη σφίγγω σαν παιδί μου... Λυγμοί ανεβαίνουν στο λαιμό της, πνίγεται να μη δείξει την πλημμύρα της. Ό,τι κι αν της λέω, ό,τι κι αν της υπόσχομαι δεν καταφέρνω να την ηρεμήσω. Το κλάμα της είναι αρχοντικό, σιωπηλό, περήφανο. Δεν απαιτεί, δεν εκλιπαρεί, δεν ζητιανεύει στοργή. 





Την παίρνω στα γόνατά μου, της κρατώ τα μαύρα, τραχιά, βρόμικα, μικροσκοπικά σα κλαράκια χέρια της. Μπερδεύονται με τα καλοταϊσμένα, σα μετάξι από την καλοπέραση δικά μου χέρια. Χώμα και δάκρυα ανακατεύονται, γίνονται ένα. Όπως κι οι καρδιές μας δυο μέρες τώρα. Δε μιλά, μόνο λυγμούς ανεβάζει απ' το αδειανό τουμπανιασμένο της στομάχι... Της σκουπίζω τα δάκρυα με την παλάμη μου κι είναι το μάγουλό της ένα βελούδο πολύτιμο. Κι είναι τα δάκρυά της η ντροπή μου και το αγίασμά μου.



Μπαίνει βιαστικά στο σπίτι της και μου φέρνει ένα δώρο για το δικό μου εννιάχρονο παιδί... Τι αρχοντιά, τι μεγαλείο ψυχής, τι πολιτισμός ανώτερος...

Λίγο πριν ανεβώ στο αυτοκίνητο για να φύγω της ζητώ να μου υποσχεθεί να συνεχίσει το σχολείο και να γίνει γιατρός, Muganga όπως μου έλεγε. Yego, μου το υπόσχεται... Την αγκαλιάζω για τελευταία φορά κι οι καρδιές μας συναντιούνται. Λυγίζω και δεν το αντέχει. Τρέχει στο σπίτι. Τα μάτια της πρησμένα από το κλάμα κοιτάνε μέσα από τη χαραμάδα της πόρτας τα δικά μου. 

Αντίο Honorine, αντίο... Φοράω τα γυαλιά του ήλιου καθώς η καφετιά σκόνη γίνεται λάσπη στα μάτια μου...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου